
Ο Ρόι Εμερσον σάρωνε τις διακρίσεις στα κορτ της δεκαετίας του ’60 και ο Νίκος Γαβαλάς σε ένα ακόμη άρθρο για να ... μαθαίνουν και οι νεότεροι μας παρουσιάζει τον μεγάλο αυτό αθλητή.
Ο Ρόι Εμερσον αποτελεί έναν θρύλο του παγκόσμιου τένις. Το γεγονός πως είναι ο μοναδικός τενίστας που έχει κατακτήσει και τα τέσσερα γκραν σλαμ (αυστραλιανό Οπεν, Ρολάν Γκαρός, Γουίμπλεντον και αμερικανικό Οπεν) τόσο στο απλό όσο και στο διπλό, επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Με 12 τίτλους γκραν σλαμ στο μονό και 16 στο διπλό, έχει συνολικά στην τροπαιοθήκη του 28 απ’ τα κορυφαία τουρνουά. Ενας αριθμός που προκαλεί δέος και αποτελεί ρεκόρ.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως οι περισσότεροι απ’ τους τίτλους κατακτήθηκαν στα τελευταία χρόνια της περιόδου, όταν στα γκραν σλαμ είχαν δικαίωμα συμμετοχής μόνο οι ερασιτέχνες τενίστες. Οι πύλες στους επαγγελματίες άνοιξαν στα τέλη της δεκαετίας του ’60, δίνοντας έτσι μεγαλύτερη αίγλη στο ούτως ή άλλως δημοφιλές σπορ.
Παρεμπιπτόντως, στην ιστορία του τένις, μόλις επτά τενίστες έχουν κατακτήσει και τα τέσσερα γκραν σλαμ. Πρόκειται για τους Φρεντ Πέρι, Ντον Μπατζ, Ροντ Λέιβερ, Aντρέ Αγκασι, Ρότζερ Φέντερερ, Ραφαέλ Ναδάλ και φυσικά τον Ρόι Εμερσον.
Σ’ αυτήν την ελίτ θα επιδιώξει να μπει την άνοιξη ο Νόβακ Τζόκοβιτς, εφόσον κατορθώσει να επικρατήσει στο Ρολάν Γκαρός. Επιπλέον, ο Εμερσον είναι ο πρώτος άνδρας που έχει πάρει κάθε γκραν σλαμ, τουλάχιστον από δύο φορές. Στην ιστορία του αθλήματος, μία γυναίκα, η Μάργκαρετ Κορτ, έχει κατορθώσει κάτι ανάλογο, νωρίτερα απ’ τον Εμερσον.
Θυμίζουμε πως το ρεκόρ των 12 τίτλων στο μονό το «έσπασε» στις αρχές της περασμένης δεκαετίας (το 2000) ο Ελληνοαμερικανός Πιτ Σάμπρας στο Γουίμπλεντον, ο οποίος αποχώρησε απ’ την ενεργό δράση έχοντας 14. Ακολούθως, το 2009 ο Ρότζερ Φέντερερ ξεπέρασε τον Σάμπρας (πάλι στο Λονδίνο), με τον Ελβετό να έχει πλέον 16. Πάντως, οι ειδικοί του αθλήματος και ιδίως όλοι όσοι παρακολούθησαν αγώνες του Εμερσον υποστηρίζουν πως είναι ένας απ’ τους σπουδαιότερους τενίστες όλων των εποχών.
Ο Ρόι Στάνλεϊ Εμερσον γεννήθηκε στις 3 Νοεμβρίου του 1936 στην Αυστραλία. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα πέρασε σ’ ένα αγρόκτημα. Ακολούθως η οικογένειά του μετακόμισε στο Μπρίσμπεϊν, έχοντας έτσι τη δυνατότητα να προπονείται πιο εντατικά και να μετέχει παράλληλα σε τουρνουά. Κάτι που ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για την αθλητική εξέλιξή του.
Ο πρώτος τίτλος ήρθε το 1961 στο αυστραλιανό Οπεν. Να σημειωθεί πως εκείνα τα χρόνια, πλην του Ρολάν Γκαρός, τα άλλα γκραν σλαμ είχαν κορτ με γρασίδι. Στο Παρίσι έπαιζαν πάντα στο χώμα. Στις μέρες μας, γρασίδι έχει μόνο το Γουίμπλεντον, ενώ στην Αυστραλία και την Αμερική οι αγώνες διεξάγονται εδώ και χρόνια σε κορτ με σκληρή επιφάνεια.
Με ένα διάλειμμα το 1962, ο Εμερσον ξεκίνησε σερί πέντε επιτυχιών στο αυστραλιανό Οπεν, καθώς κυριάρχησε απ’ το 1963 έως το 1967. Κατακτώντας το πρώτο του παρισινό Οπεν το 1963 και κερδίζοντας για πρώτη φορά το 1964 τον τίτλο στο Γουίμπλεντον και το αμερικανικό Οπεν, έγινε ο κορυφαίος τενίστας στον κόσμο στα μέσα της δεκαετίας του ’60.
Ο Εμερσον αποτέλεσε μόνιμο στέλεχος της εθνικής ομάδας της Αυστραλίας, με την οποία ευτύχησε να πάρει πέντε φορές το Ντέιβις Καπ (είναι το παγκόσμιο κύπελλο σε επίπεδο εθνικών ομάδων ανδρών στο τένις). Επιτυχίες που τον μετέτρεψαν σε εθνικό ήρωα στην πατρίδα του.

Ο Pete Sampras με τον Roy Emmerson
Ανάμεσα στους δύο κόσμους του τένις
Με τα «αν» δεν γράφεται ιστορία. Ωστόσο, πολλοί ειδικοί του αθλήματος έχουν επανειλημμένως αναρωτηθεί πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα στη δεκαετία του ’60, αν είχε ανάψει νωρίτερα το «πράσινο φως» για τη συμμετοχή των επαγγελματιών τενιστών στα γκραν σλαμ.
Και το αναφέρουν τούτο, με το σκεπτικό πως ο Εμερσον δεν κατόρθωσε να πάρει τίτλο στο απλό σε γκραν σλαμ απ’ το 1968 και έπειτα, οπότε και επετράπη στους επαγγελματίες να μετέχουν στα κορυφαία τουρνουά. Μόνο που επιμελώς αμελούν ν’ αναφέρουν ότι στα τέλη της δεκαετίας του ’60 πλησίαζε τα 34 χρόνια ζωής. Οπότε ήταν πολύ δύσκολο να διατηρήσει σε υψηλό επίπεδο την απόδοσή του. Ασφαλώς και αν είχαν τη δυνατότητα ν’ αγωνιστούν νωρίτερα στα γκραν σλαμ σπουδαίοι επαγγελματίες τενίστες της εποχής, όπως ήταν οι Σέντγκμαν, Γκονζάλες, Χόαντ και Τράμπερτ, πιθανότατα ο Εμερσον θα έβρισκε στον δρόμο του υψηλότερα εμπόδια. Στο Ρολάν Γκαρός του 1968, οπότε και επετράπη στους επαγγελματίες τενίστες ν’ αγωνιστούν για πρώτη φορά, ο Εμερσον επιχείρησε να υπερασπιστεί τον τίτλο που είχε κατακτήσει ένα χρόνο πριν. Ωστόσο, στον προημιτελικό γύρο αποκλείστηκε απ’ τον 40χρονο Πάντσο Γκονζάλες, ο οποίος στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 ήταν νούμερο 1 στην κατάταξη των επαγγελματιών τενιστών. Η ήττα αυτή έγινε η αφορμή για ν’ αρχίσει μια μεγάλη συζήτηση αναφορικά με τους δύο κόσμους του τένις, τον ερασιτεχνικό και τον επαγγελματικό. Πάντως, η επικράτηση του Εμερσον επί του Γκονζάλες στο σπουδαίο τουρνουά του Μαϊάμι το 1970 με 3-0 σετ (6-2, 6-3, 6-2) ήταν πειστική και ξεκάθαρη απάντηση προς τους αμφισβητίες του. Ο Αυστραλός συνέχισε να δίνει το «παρών» στα επαγγελματικά τουρνουά έως τα βαθιά τενιστικά γεράματα, καθώς «κρέμασε» τη ρακέτα του το 1983 σε ηλικία 47 ετών.

Το τρόπαιο του Brisbane International ονομάστηκε 'Roy Emmerson Trophy'
Καριέρα γεμάτη υπερηφάνεια και σπουδαία ρεκόρ
«Emmo» ήταν το παρατσούκλι του Εμερσον στους κόλπους της παγκόσμιας τενιστικής κοινότητας. Ο υψηλόσωμος δεξιόχειρας περνούσε ώρες ατελείωτες στα κορτ κάνοντας «σκληρή» προπόνηση. Και πάντα έδειχνε έτοιμος ν’ ανταποκριθεί στις αυξημένες απαιτήσεις των μεγάλων τουρνουά.
Hταν λάτρης του επιθετικού στυλ παιχνιδιού, καθώς ανέβαινε συχνά στο φιλέ μετά το σερβίς. Ωστόσο, είχε τη δυνατότητα να προσαρμόζεται πολύ γρήγορα στις ιδιαιτερότητες των χωμάτινων (και συνάμα αργών) κορτ.
Ούτε λίγο ούτε πολύ, απολάμβανε το τένις σε όλες τις επιφάνειες. Και τούτο τον έκανε τόσο ξεχωριστό και παράλληλα επιτυχημένο. Ο Εμερσον ήταν ο νούμερο 1 ερασιτέχνης τενίστας στον κόσμο το 1964, το 1965, αλλά και το 1967.
Το 1966 ήταν το φαβορί για πάρει το Γουίμπλεντον για τρίτη χρονιά στη σειρά. Ομως, στον αγώνα του για τον 4ο γύρο έπεσε πάνω στην καρέκλα του διαιτητή στην προσπάθειά του να προλάβει μια μπάλα, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στον ώμο. Παρά τον πόνο, παρέμεινε στο γήπεδο έως το τέλος και ηττήθηκε με το κεφάλι ψηλά.
Ο τελευταίος του τίτλος στο απλό σε γκραν σλαμ ήρθε το 1967 στο Ρολάν Γκαρός. Ηταν ο 12ος και αποτελούσε ρεκόρ που κράτησε 33 ολόκληρα χρόνια, πριν το «σπάσει» ο Πιτ Σάμπρας.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως ο Εμερσον πέτυχε δέκα συνεχόμενες νίκες σε τελικούς γκραν σλαμ, κάτι που αποτελεί ρεκόρ όλων των εποχών.
Το 1971 πήρε τον τελευταίο του τίτλο στο διπλό του Γουίμπλεντον με παρτενέρ τον Ροντ Λέιβερ. Τους 16 τίτλους στο διπλό τούς κατέκτησε με πέντε διαφορετικούς συμπαίκτες. Μάλιστα, δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν τον Εμερσον τον κορυφαίο τενίστα στα διπλά όλων των εποχών.






