Οι εύκολες λύσεις πουλάνε. Η ουσία όμως χτίζει παίκτες.
Γράφει ο Δημήτρης Καναβαράκης
Έχω ξανασχοληθεί με αυτό το θέμα. Και όχι μία φορά.
Έχω ξαναγράψει για το πώς πρέπει να είναι η σύγχρονη προπονητική στο τένις. Για το ότι η προπόνηση δεν είναι ένα ωραίο drill, ένα εντυπωσιακό βίντεο, ένα δυνατό forehand στην κάμερα ή ένα reel που μαζεύει likes.

Το content στο Instagram μπορεί να είναι προβολή, επικοινωνία, marketing ή προσωπική εικόνα. Δεν είναι όμως απαραίτητα προπονητική.
Και όμως, όσο περνάει ο καιρός, βλέπω και ακούω συνεχώς τα ίδια. Τα ίδια tips, τις ίδιες βεβαιότητες, τις ίδιες “μαγικές” ασκήσεις, την ίδια ανάγκη να δείξουμε πόσο καλά παίζουμε, αντί να εξηγήσουμε πώς βοηθάμε πραγματικά έναν παίκτη να γίνει καλύτερος.
Αυτό δεν είναι τυχαίο. Έχει βαθιά ριζώσει μέσα μας η πεποίθηση ότι ο καλός προπονητής είναι αυτός που φαίνεται καλά στο γήπεδο, χτυπάει ωραία την μπάλα, έχει έτοιμες απαντήσεις και, επειδή έχει αναδείξει παίκτες, κατέχει τις “συνταγές” για να αναδεικνύει συνεχώς νέους πρωταθλητές.
Μόνο που η προπονητική δεν λειτουργεί έτσι.
Το ότι ένας προπονητής δούλεψε με έναν πολύ καλό παίκτη δεν σημαίνει ότι η ίδια μέθοδος μπορεί να εφαρμοστεί σε όλους. Αυτό που λειτούργησε με έναν αθλητή, σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, με συγκεκριμένη προσωπικότητα, οικογένεια, σώμα, ψυχολογία, κουλτούρα και χρονική στιγμή, δεν μπορεί να αντιγράφεται μηχανικά.
Μετά και από το πολύ ωραίο αφήγημα γύρω από τον Ράφα Ναδάλ, έναν από τους αγαπημένους μου αθλητές, βλέπουμε ξανά το ίδιο φαινόμενο. Κάποιοι παίρνουν λάθος μήνυμα. Αντί να δουν την πολυπλοκότητα της διαδρομής, βλέπουν μόνο τη σκληρότητα. Αντί να καταλάβουν το πλαίσιο, αντιγράφουν την επιφάνεια.
Και φτάνουμε να ακούμε πράγματα σχεδόν αστεία. Να μη δίνεις ούτε νερό στον παίκτη για να “σκληρύνει”.
Αυτό δεν είναι προπονητική. Είναι καρικατούρα σκληρότητας.
Ο Ράφα έγινε Ράφα μέσα από ένα μοναδικό μείγμα ταλέντου, οικογένειας, χαρακτήρα, κουλτούρας, καθημερινής δουλειάς, ανταγωνιστικού περιβάλλοντος και προσωπικής ταυτότητας. Δεν έγινε Ράφα επειδή κάποιος απλώς τον πίεσε.
Αυτό που ταιριάζει σε έναν αθλητή δεν ταιριάζει απαραίτητα σε όλους. Αν δεν αποδεχτούμε αυτή την αλήθεια, θα συνεχίσουμε να μπερδεύουμε την έμπνευση με την αντιγραφή.
Και εδώ μπαίνουν οι εύκολες λύσεις.
“Τρία tips για καλύτερο forehand.”
“Πέντε ασκήσεις για πιο γρήγορο footwork.”
“Το μυστικό για δυνατότερο σερβίς.”
“Το drill που χρησιμοποιούν οι επαγγελματίες.”
Όλα αυτά έχουν απήχηση γιατί υπόσχονται κάτι βολικό: ότι η βελτίωση είναι απλή, γρήγορη και γραμμική.
Μακάρι να ήταν έτσι.
Και εδώ θέλω να είμαι ξεκάθαρος.
Βαρέθηκα να βλέπω την προπονητική να παρουσιάζεται σαν επίδειξη: προπονητές να ανεβάζουν συνεχώς τον εαυτό τους να κάνουν hitting, να χτυπούν ωραία την μπάλα και να φαίνονται “μέσα στο παιχνίδι”.
Ωραία. Παίζεις καλά.
Και λοιπόν;
Το hitting είναι δεξιότητα. Η προπονητική είναι επάγγελμα. Το ένα δεν εγγυάται το άλλο.
Και επειδή μου αρέσει να ρωτάω πολύ, ας βάλουμε και ένα ακόμη ερώτημα στο τραπέζι.
Μήπως στο σερβίς βλέπουμε ξανά κάτι που θυμίζει την εποχή του Roddick και του Sampras;

Όχι ως απλή αντιγραφή του παρελθόντος, αλλά ως επαναφορά λειτουργικών αρχών που φαίνεται ότι είχαν πραγματική αξία.
Για χρόνια διδάσκαμε το trophy stance σαν μια σχεδόν ιδανική στατική θέση. Σαν να έπρεπε ο παίκτης να “παγώσει” εκεί, να δείξει ωραία και μετά να εκτελέσει.

Το σύγχρονο σερβίς όμως μας δείχνει κάτι διαφορετικό.
Δεν είναι φωτογραφία. Είναι αλυσίδα κίνησης. Είναι ρυθμός, φόρτιση, συγχρονισμός, επιτάχυνση και μετάβαση.
Και όταν σε μερικά από τα κορυφαία σερβίς του σημερινού τένις βλέπουμε στοιχεία που μοιάζουν περισσότερο με εκείνη τη λογική και λιγότερο με την κλασική trophy stance που όλοι διδάσκαμε, τότε αυτό πρέπει να μας προβληματίσει.

Γιατί ακόμη και σε ένα τόσο βασικό τεχνικό στοιχείο, ίσως χρειάζεται να ξαναδούμε πράγματα που θεωρούσαμε δεδομένα.
Δεν είναι πρόβλημα να αλλάζουμε άποψη. Πρόβλημα είναι να βλέπουμε ότι το παιχνίδι αλλάζει και εμείς να συνεχίζουμε να διδάσκουμε σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα.

Και δεν χρειάζεται να πάμε πολύ μακριά για να δούμε μια διαφορετική κουλτούρα.
Αν παρατηρήσει κανείς τις ιστορίες που ανεβάζουν αρκετοί Ιταλοί προπονητές, θα δει κάτι πολύ ενδιαφέρον: σπάνια βάζουν τον εαυτό τους στο κέντρο. Βάζουν τους παίκτες τους να παίζουν και πάνω σε αυτό εξηγούν προπονητικά δεδομένα, στρατηγικές επιλογές, ψυχολογικές αντιδράσεις, αγωνιστικές συμπεριφορές και στοιχεία ανάπτυξης.
Το κέντρο δεν είναι η εικόνα του προπονητή.
Το κέντρο είναι ο παίκτης.
Και νομίζω όλοι ξέρουμε πού βρίσκεται σήμερα το ιταλικό τένις σε επίπεδο κορυφαίων παικτών.
Άρα ίσως κάτι κάνουν σωστά.
Η προπονητική προχωράει όταν έχουμε το θάρρος να παρατηρήσουμε καλύτερα, να σχεδιάσουμε πιο ουσιαστικά και να ρωτήσουμε ξανά:
Μήπως κάποια από αυτά που πιστεύαμε για χρόνια πρέπει επιτέλους να αλλάξουν;
| Δημήτριος Κ. Καναβαράκης Προπονητής Τένις Α΄ Επιπέδου – Γενική Γραμματεία Αθλητισμού (Γ.Γ.Α.). Κωδικός Μητρώου: Κ379. Εκπαίδευση:
Προπονητική Διαδρομή:
Εξειδίκευση:
Επιμορφωτική Δράση:
Συνεργασία με αθλητές/τριες: Μερικοί από τους αθλητές-αθλήτριες μου που έχει συνεργαστεί, είτε σαν προπονητής, είτε σαν γυμναστής, είτε και τα δύο ταυτόχρονα: Καλοβελώνης Μάρκος, Ξυλάς Γιάννης, Βογάσαρη Δέσποινα, Σκορίλας Αλέξανδρος, Μίκος Κωνσταντίνος, Σχοινάς Στέφανος, Κυπριώτης Βαγγέλης, Γκλαβάς Χρήστος, Ταράσης Γιώργος, Λυμπέρης Άρης, Χαϊδεμένος Γιώργος, Τσεκούρας Πάνος, Σημαιοφορίδης Χάρης , Καλαιτζάκης Αντώνης, Μαρκαντωνάκης Αντώνης, Αργυροκαστρίτη Μαριάννα, Καρβούνη Βασιλική, Πετρουλά Δανάη, Μαρκεζίνη Ιωάννα, Αρκαδιανού Άννα, Λουκαρέας Δημήτρης, Τριάντης Βαγγέλης, Φούζας Χάρης, Γραμματικάκης Πάνος, Καναβαράκη Ραφαέλα, Γκλαβά Αγγελίνα, Νικολούδης Χρήστος, Λαφαζάνος Άρης, Παναγιώτου Άρης, Τσεκούρα Έλενα, Κουμουτσέα Δήμητρα, Ρεντούμη Μαρία, Παπανίκας Σωτήρης κ.α. Επαγγελματικές Συνδέσεις:
|
![]() |

