Όταν το τένις γίνεται όλη η ζωή ενός παιδιού
Γράφει ο Δημήτρης Καναβαράκης
Υπάρχουν στιγμές που μια φράση ενός μεγάλου αθλητή ανοίγει μια συζήτηση που στον αθλητισμό συχνά αποφεύγουμε.
Ο Carlos Alcaraz είπε πρόσφατα κάτι απλό, αλλά βαθύ: δεν θέλει να γίνει σκλάβος του τένις. Δεν θέλει η ζωή του να περιοριστεί μόνο σε προπονήσεις, τουρνουά, πίεση, προσδοκίες και αποτελέσματα.
Η φράση αυτή λειτούργησε μέσα μου σαν ερέθισμα. Όχι γιατί δεν είχα ξανασκεφτεί το θέμα, αλλά γιατί με έφερε ξανά μπροστά σε μια προσωπική εμπειρία που μου πήρε χρόνια να κατανοήσω πραγματικά.
Και βρίσκω σήμερα το θάρρος να μιλήσω τόσο προσωπικά, όχι για να κάνω μια δημόσια εξομολόγηση, ούτε για να δείξω ότι έχω όλες τις απαντήσεις. Το κάνω γιατί πιστεύω ότι μπορεί να βοηθήσει προπονητές και γονείς, που όπως κι εγώ κάποτε, λειτούργησαν με αγάπη, φιλοδοξία και καλές προθέσεις, αλλά ίσως χωρίς να βλέπουν πάντα το πραγματικό κόστος που μπορεί να έχει ένα περιβάλλον όταν δεν αφήνει χώρο στο παιδί να αναπνεύσει.
Γιατί στον νεανικό πρωταθλητισμό τα μεγαλύτερα λάθη σπάνια γίνονται από αδιαφορία. Συνήθως γίνονται από αγάπη που δεν έχει σωστά όρια, από προσδοκία που δεν έχει σωστό μέτρο και από μια καθημερινότητα όπου το παιδί δυσκολεύεται να ξεχωρίσει πότε το βλέπουμε ως παιδί και πότε ως αθλητή.
Και αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο να το παραδεχτείς.
Η δική μου κουβέντα, λοιπόν, δεν είναι θεωρητική.
Είναι προσωπική.
Η κόρη μου ξεκίνησε τένις στα δυόμισι της χρόνια. Μεγάλωσε μέσα στα γήπεδα. Το τένις ήταν σχεδόν το φυσικό της περιβάλλον. Στα 12 και 13 της χρόνια είχε φτάσει ήδη σε πολύ υψηλό επίπεδο για την ηλικία της. Ήταν από τις κορυφαίες αθλήτριες στην Ελλάδα.
Και όμως, ξαφνικά σταμάτησε.
Όχι επειδή δεν μπορούσε.
Όχι επειδή δεν είχε ταλέντο.
Όχι επειδή δεν είχε προοπτική.
Σταμάτησε γιατί κουράστηκε από όλο αυτό που βίωνε. Σε μια ηλικία που ένα παιδί πρέπει να ζει, να κοινωνικοποιείται, να γελάει, να βαριέται, να κάνει λάθη και να ανακαλύπτει τον εαυτό του, εκείνη ένιωθε ότι δεν είχε ζωή έξω από το γήπεδο όπως τα περισσότερα παιδιά στην ηλικία της.
Ειδικά στη φάση της προεφηβείας, αυτό είναι τεράστιο φορτίο.
Και εδώ υπάρχει ένα σημείο που θέλω να το πω με απόλυτη ειλικρίνεια.
Εγώ προσπάθησα, όσο μπορούσα, να μένω πατέρας έξω από το γήπεδο. Να μην είμαι μόνο ο άνθρωπος που βλέπει προπόνηση, τουρνουά, αποτελέσματα και απόδοση. Όμως για το παιδί αυτό δεν ήταν πάντα εύκολο να το αντιληφθεί.
Γιατί ακόμη και έξω από το γήπεδο, πάντα μπορούσε να υπάρξει μια κουβέντα γύρω από το τένις. Ένα σχόλιο, μια παρατήρηση, μια συζήτηση για έναν αγώνα, μια σκέψη για το επόμενο τουρνουά. Και όσο φυσιολογικό κι αν φαινόταν αυτό σε εμένα, στο παιδί μπορούσε να δημιουργήσει την αίσθηση ότι αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο ήταν το αθλητικό κομμάτι και λιγότερο το προσωπικό.
Δεν ίσχυε.
Αλλά έτσι το βίωνε.
Και αυτό είναι ένα από τα πιο δύσκολα μαθήματα για έναν γονιό και προπονητή: δεν μετράει μόνο η πρόθεση. Μετράει και το πώς το αντιλαμβάνεται το παιδί. Το πώς εκείνο ακούει, ερμηνεύει και κουβαλάει μέσα του αυτά που εμείς, πολλές φορές, θεωρούμε απλές κουβέντες.
Για ενάμιση χρόνο σταμάτησε τελείως το τένις.
Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, δεν το κατάλαβα αμέσως.
Μου πήρε καιρό να συνειδητοποιήσω τα λάθη μου. Να τα δω χωρίς δικαιολογίες, χωρίς άμυνες, χωρίς το εύκολο άλλοθι ότι «έτσι είναι ο πρωταθλητισμός». Μου πήρε χρόνο να μελετήσω, να ψάξω βαθύτερα, να επαναπροσδιορίσω την προπονητική μου σκέψη και να αλλάξω τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι την ανάπτυξη ενός νεαρού αθλητή.
Και πάνω από όλα, μου πήρε χρόνο να μπορέσω να το εκφράσω δημόσια.
Δεν είναι εύκολο ένας προπονητής, και ταυτόχρονα γονιός, να πει: «ναι, εδώ έκανα λάθος». Δεν είναι εύκολο να παραδεχτείς ότι, ενώ είχες τις καλύτερες προθέσεις, μπορεί να συμμετείχες σε ένα περιβάλλον που τελικά κούρασε ένα παιδί αντί να το προστατεύσει.
Όμως όταν είσαι αληθινός, όταν εξελίσσεσαι και όταν πραγματικά θέλεις να βοηθήσεις, πρέπει να το μοιράζεσαι απλόχερα.
Χωρίς ντροπή.
Χωρίς προκατάληψη.
Χωρίς φόβο για το τι μπορεί να πει κάποιος.
Πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα σχολιάσει. Πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα βγάλει εύκολα συμπεράσματα από την εξέδρα και η εξέδρα, ως γνωστόν, δεν χάνει ποτέ πόντο.
Στο τέλος της ημέρας, όμως, σημασία δεν έχει να δείχνεις αλάνθαστος. Σημασία έχει να ξέρεις ότι άκουσες, έμαθες, άλλαξες και έδωσες τον καλύτερό σου εαυτό.
Αυτή η εμπειρία με έκανε να δω κάτι που συχνά εμείς οι προπονητές, οι γονείς και τα συστήματα ανάπτυξης δεν θέλουμε να παραδεχτούμε:
Ένα παιδί μπορεί να αγαπάει το τένις και ταυτόχρονα να κουραστεί από τη ζωή που του έχουμε χτίσει γύρω από αυτό.
Δεν είναι πάντα θέμα πειθαρχίας, χαρακτήρα ή «δεν το ήθελε αρκετά».
Μερικές φορές, πολύ απλά, το παιδί πνίγεται.
Πνίγεται από τις προπονήσεις, τα τουρνουά, τις προσδοκίες, το ranking και από το ότι όλοι γύρω του το βλέπουν πρώτα ως αθλητή και μετά ως παιδί.
Και εδώ μπαίνει το μεγάλο ερώτημα:
Θέλουμε να φτιάξουμε καλούς παίκτες ή παιδιά που μπορούν να αντέξουν μακροχρόνια το ταξίδι του πρωταθλητισμού;
Γιατί δεν είναι το ίδιο.
Ένας παίκτης μπορεί να είναι εξαιρετικός στα 12, στα 13, στα 14 ή στα 15. Μπορεί να κερδίζει, να ξεχωρίζει και να κάνει όλους γύρω του να πιστεύουν ότι «πάμε για μεγάλα πράγματα».
Αλλά αν μέσα του έχει αρχίσει ήδη να συνδέει το τένις μόνο με πίεση, υποχρέωση και απώλεια προσωπικής ζωής, τότε το σύστημα έχει αρχίσει να χάνει το παιχνίδι.
Και πολλές φορές δεν το καταλαβαίνουμε εγκαίρως, γιατί εξωτερικά όλα δείχνουν καλά. Το παιδί προπονείται, παίζει τουρνουά, κερδίζει, ακολουθεί το πρόγραμμα.
Μόνο που μέσα του μπορεί να έχει αρχίσει να απομακρύνεται.
Το πιο επικίνδυνο σημείο στην ανάπτυξη ενός νεαρού αθλητή δεν είναι πάντα η τεχνική, το forehand, το backhand ή το footwork.
Είναι όταν το παιδί αρχίζει να αισθάνεται ότι δεν έχει επιλογή.
Ότι το τένις δεν είναι πια κάτι που κάνει. Είναι κάτι που πρέπει να κάνει.
Εκεί η αθλητική ταυτότητα αρχίζει να καταπίνει την προσωπική ταυτότητα. Και τότε, αργά ή γρήγορα, έρχεται η αντίδραση: κόπωση, άρνηση, τραυματισμοί, πτώση κινήτρου ή ξαφνική αποχώρηση.
Και όλοι μετά αναρωτιούνται:
«Μα γιατί σταμάτησε; Ήταν τόσο καλή.»
Ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να το συζητήσουμε σοβαρά.
Η διεθνής συζήτηση γύρω από τον νεανικό αθλητισμό δείχνει ότι μεγάλο ποσοστό παιδιών εγκαταλείπει την οργανωμένη αθλητική συμμετοχή γύρω στην εφηβεία. Συχνά αναφέρεται ότι περίπου 70% των παιδιών σταματούν τον οργανωμένο αθλητισμό μέχρι περίπου την ηλικία των 13 ετών, κυρίως επειδή η διαδικασία παύει να είναι χαρά και αρχίζει να συνδέεται με πίεση, εξάντληση, προσδοκίες και υπερβολική σοβαρότητα από πολύ μικρή ηλικία.
Παράλληλα, η βιβλιογραφία για τον νεανικό αθλητισμό καταγράφει ως βασικούς παράγοντες εγκατάλειψης την απώλεια ευχαρίστησης, την κοινωνική πίεση, την αίσθηση ανεπαρκούς ικανότητας, τους τραυματισμούς και τις ανταγωνιστικές προτεραιότητες της εφηβείας.
Το ίδιο σημαντικό είναι ότι η ανάπτυξη ενός αθλητή δεν είναι γραμμική. Το ότι ένα παιδί είναι κορυφαίο στα 12, στα 13, στα 14 ή ακόμα και στα 15 δεν σημαίνει ότι θα παραμείνει κορυφαίο και ως ενήλικας. Η επιτυχία σε μικρή ηλικία έχει περιορισμένη προβλεπτική αξία για τη μελλοντική elite απόδοση.
Ο πρωταθλητής στα 12 δεν είναι «τελικό προϊόν».
Είναι παιδί σε εξέλιξη.
Δεν υπάρχει ευθεία γραμμή από το παιδικό ranking στον επαγγελματικό πρωταθλητισμό. Η ανάπτυξη έχει κύκλους, παύσεις, πισωγυρίσματα, εκρήξεις, αμφιβολίες, αλλαγές σώματος, χαρακτήρα και κινήτρου.
Όποιος δεν το καταλαβαίνει αυτό, δεν χτίζει αθλητή.
Χτίζει πίεση.
Ο σύγχρονος προπονητής δεν αρκεί να ξέρει τεχνική, τακτική, φυσική κατάσταση και αγωνιστικό πλάνο. Πρέπει να καταλαβαίνει και το αναπτυξιακό πλαίσιο του παιδιού.
Ποια είναι η βιολογική του ηλικία;
Σε ποια ψυχολογική φάση βρίσκεται;
Τι ανάγκες έχει έξω από το γήπεδο;
Πόσο χώρο έχει για φίλους, σχολείο, ξεκούραση, παιχνίδι, βαρεμάρα;
Πόσο νιώθει ότι ελέγχει τη δική του διαδρομή;
Γιατί ένα παιδί 12 ή 13 ετών δεν είναι επαγγελματίας αθλητής σε μικρό μέγεθος.
Είναι παιδί.
Το μεγαλύτερο μάθημα για μένα ήταν ότι το παιδί δεν χρειάζεται μόνο καθοδήγηση. Χρειάζεται και φωνή. Χρειάζεται να νιώθει ότι συμμετέχει στη διαδρομή του, ότι μπορεί να πει «κουράστηκα», «δεν θέλω να μιλήσουμε τώρα για τένις», «αυτός είναι ο δικός μου στόχος», χωρίς να φοβάται ότι θα απογοητεύσει τους ανθρώπους γύρω του.
Γιατί όταν ένα παιδί νιώθει ότι έχει φωνή, δεν απομακρύνεται τόσο εύκολα. Και αν απομακρυνθεί, έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να επιστρέψει με πιο υγιείς όρους.
Αυτό είναι που άλλαξε ουσιαστικά και στη δική μου προπονητική ματιά: να μη βλέπω μόνο την ποιότητα της προπόνησης, αλλά και το συνολικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ζει το παιδί. Να ακούω περισσότερο. Να παρατηρώ όχι μόνο την απόδοση, αλλά και την ψυχική κόπωση, τη διάθεση, την ανάγκη για χώρο, την ανάγκη να είναι παιδί έξω από το γήπεδο.
Και όταν αργότερα επέστρεψε στο τένις, η επιστροφή αυτή δεν έγινε με τους ίδιους όρους.
Από την αρχή οριοθετήσαμε ξανά τη σχέση μας. Πιο καθαρά. Πιο ήρεμα. Πιο ανθρώπινα. Η σχέση πατέρα–παιδιού έπρεπε να προηγείται και το τένις να βρίσκει τη θέση του μέσα σε αυτήν, όχι να την καταπίνει.
Βάλαμε συγκεκριμένους κανόνες, τους οποίους προσπαθήσαμε να τηρήσουμε και οι δύο. Όχι πάντα τέλεια, γιατί αυτά δεν λύνονται με ένα «meeting» στο οικογενειακό τραπέζι και μετά όλα δουλεύουν σαν Excel. Αλλά με προσπάθεια, συνέπεια και καλύτερη επικοινωνία.
Το πιο σημαντικό ήταν ότι οι στόχοι δεν μπήκαν πια απ’ έξω προς τα μέσα. Δεν ήταν στόχοι που επιβλήθηκαν από την προσδοκία, το περιβάλλον ή την εικόνα που είχα εγώ για εκείνη. Ήταν στόχοι που επέλεξε η ίδια.
Και αυτούς τους στόχους τους κατάφερε.
Αυτό άλλαξε όλη τη σχέση με το άθλημα. Το τένις έπαψε να είναι κάτι που την πίεζε να αποδείξει ποια είναι και έγινε ξανά κάτι μέσα από το οποίο μπορούσε να εκφραστεί, να προσπαθήσει και να χαρεί τη δική της διαδρομή.
Σήμερα η σχέση μας είναι πολύ πιο όμορφη, ακριβώς γιατί έχει οριοθετηθεί διαφορετικά. Βασίζεται περισσότερο στις δικές της προσδοκίες, στους δικούς της στόχους και στη δική της αίσθηση ελέγχου.
Και αυτό, για μένα, είναι ίσως μεγαλύτερη νίκη από οποιοδήποτε αποτέλεσμα.
Το τένις είναι ένα υπέροχο άθλημα. Μπορεί να δώσει σε ένα παιδί πειθαρχία, αυτοπεποίθηση, χαρακτήρα, στόχους, φιλίες, ταξίδια και εμπειρίες ζωής.
Αλλά μόνο αν δεν γίνει φυλακή.
Δεν χρειάζεται να χαμηλώσουμε τις απαιτήσεις. Χρειάζεται να τις οργανώσουμε πιο έξυπνα. Δεν χρειάζεται να σταματήσουμε να κυνηγάμε την αριστεία. Χρειάζεται να καταλάβουμε ότι η αριστεία χωρίς ισορροπία δεν αντέχει.
Η μακροχρόνια ανάπτυξη ενός αθλητή δεν χτίζεται μόνο με περισσότερες ώρες στο γήπεδο. Χτίζεται με σωστή δόση, σωστό timing, σωστή επικοινωνία και σεβασμό στην ηλικία και στην προσωπικότητα του παιδιού.
Αν θέλουμε πραγματικά να βοηθήσουμε τα παιδιά να μείνουν στο τένις, να αγαπήσουν το άθλημα και να έχουν πιθανότητα να εξελιχθούν μακροχρόνια, πρέπει να σταματήσουμε να μετράμε μόνο πόσο προπονούνται και πόσο κερδίζουν από τα 12 έως και τα 15.
Γιατί οι νίκες σε αυτές τις ηλικίες έχουν αξία, αλλά δεν είναι συμβόλαιο με το μέλλον.
Πρέπει να αρχίσουμε να βλέπουμε και πώς ζουν.
Κανένα αποτέλεσμα δεν αξίζει περισσότερο από τη σχέση μας με το παιδί.
Το ζητούμενο δεν είναι να φτιάξουμε παιδιά που είναι «σκλάβοι» του τένις.
Το ζητούμενο είναι να βοηθήσουμε τα παιδιά να αγαπήσουν το τένις χωρίς να χάσουν τον εαυτό τους και αν κάποια στιγμή απομακρυνθούν, να μπορούν να επιστρέψουν με τους δικούς τους όρους.
Ελπίζω αυτό το άρθρο να βοηθήσει έστω και έναν γονιό ή έναν προπονητή που βιώνει κάτι παρόμοιο, χωρίς ακόμη να το έχει συνειδητοποιήσει. Γιατί πολλές φορές δεν καταλαβαίνουμε το βάρος που δημιουργούμε, όχι επειδή δεν αγαπάμε το παιδί, αλλά επειδή το αγαπάμε τόσο πολύ που χάνουμε το μέτρο.
Και αυτό, για μένα, δεν είναι θεωρία.
Είναι μάθημα ζωής.
| Δημήτριος Κ. Καναβαράκης Προπονητής Τένις Α΄ Επιπέδου – Γενική Γραμματεία Αθλητισμού (Γ.Γ.Α.). Κωδικός Μητρώου: Κ379. Εκπαίδευση:
Προπονητική Διαδρομή:
Εξειδίκευση:
Επιμορφωτική Δράση:
Συνεργασία με αθλητές/τριες: Μερικοί από τους αθλητές-αθλήτριες μου που έχει συνεργαστεί, είτε σαν προπονητής, είτε σαν γυμναστής, είτε και τα δύο ταυτόχρονα: Καλοβελώνης Μάρκος, Ξυλάς Γιάννης, Βογάσαρη Δέσποινα, Σκορίλας Αλέξανδρος, Μίκος Κωνσταντίνος, Σχοινάς Στέφανος, Κυπριώτης Βαγγέλης, Γκλαβάς Χρήστος, Ταράσης Γιώργος, Λυμπέρης Άρης, Χαϊδεμένος Γιώργος, Τσεκούρας Πάνος, Σημαιοφορίδης Χάρης , Καλαιτζάκης Αντώνης, Μαρκαντωνάκης Αντώνης, Αργυροκαστρίτη Μαριάννα, Καρβούνη Βασιλική, Πετρουλά Δανάη, Μαρκεζίνη Ιωάννα, Αρκαδιανού Άννα, Λουκαρέας Δημήτρης, Τριάντης Βαγγέλης, Φούζας Χάρης, Γραμματικάκης Πάνος, Καναβαράκη Ραφαέλα, Γκλαβά Αγγελίνα, Νικολούδης Χρήστος, Λαφαζάνος Άρης, Παναγιώτου Άρης, Τσεκούρα Έλενα, Κουμουτσέα Δήμητρα, Ρεντούμη Μαρία, Παπανίκας Σωτήρης κ.α. Επαγγελματικές Συνδέσεις:
|
![]() |

