Τι κάνει έναν προπονητή τένις καλύτερο; Ελληνική έρευνα φωτίζει τον ρόλο του κινήτρου και της αυτονομίας

 
Τι κάνει έναν προπονητή τένις καλύτερο; Ελληνική έρευνα φωτίζει τον ρόλο του κινήτρου και της αυτονομίας
Τι κάνει έναν προπονητή τένις καλύτερο; Ελληνική έρευνα φωτίζει τον ρόλο του κινήτρου και της αυτονομίας
tennisnews team Παρασκευή, 04 Σεπτεμβρίου 2026 - 14:01

Τι είναι αυτό που κάνει έναν προπονητή να δημιουργεί ένα θετικό περιβάλλον για τους αθλητές του, να παραμένει αφοσιωμένος στη δουλειά του και ταυτόχρονα να αισθάνεται ο ίδιος καλά μέσα σε αυτή; Ελληνική επιστημονική έρευνα σε 106 προπονητές τένις επιχειρεί να δώσει απαντήσεις, αναδεικνύοντας τη σημασία της αυτονομίας, του εσωτερικού κινήτρου και ενός στόχου που ξεπερνά την προσωπική επιτυχία: της επιθυμίας να βοηθάς και τους άλλους να γίνονται καλύτεροι.

Όταν μιλάμε για την εξέλιξη ενός αθλητή στο τένις, η συζήτηση συνήθως περιστρέφεται γύρω από την προπόνηση, την τεχνική, τη φυσική κατάσταση και την ψυχολογία του παίκτη. Υπάρχει όμως ένας ακόμη καθοριστικός παράγοντας: ο άνθρωπος που βρίσκεται στην άλλη πλευρά του φιλέ κατά τη διάρκεια της προπόνησης.

Ο προπονητής δεν διδάσκει απλώς forehand, backhand ή τακτική. Με τον τρόπο που επικοινωνεί, αντιδρά στα λάθη, θέτει στόχους και αντιμετωπίζει τους αθλητές του, διαμορφώνει ένα ολόκληρο ψυχολογικό περιβάλλον.

Μια ελληνική επιστημονική μελέτη έστρεψε αυτή τη φορά τον φακό όχι στους αθλητές, αλλά στους ίδιους τους προπονητές τένις.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τους Αριστέα Κιαμούρη, Μαρία Αγγελή, Χαράλαμπο Κρομμύδα, Νικόλαο Διγγελίδη και Κωνσταντίνα Καρατραντού, από το Τμήμα Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, και δημοσιεύτηκε το 2024 στο επιστημονικό περιοδικό Behavioral Sciences.

106 Έλληνες προπονητές στο επίκεντρο

Στη μελέτη συμμετείχαν 106 προπονητές τένις από την Ελλάδα, 66 άνδρες και 40 γυναίκες, ηλικίας από 20 έως 66 ετών.

Η μέση ηλικία τους ήταν 41,3 έτη, ενώ η προπονητική τους εμπειρία παρουσίαζε μεγάλη διακύμανση: από μόλις έξι μήνες μέχρι και 40 χρόνια, με μέσο όρο περίπου 12,5 χρόνια.

Οι ερευνητές θέλησαν να εξετάσουν πώς συνδέονται τα κίνητρα και οι ψυχολογικές ανάγκες των προπονητών με τρεις ιδιαίτερα σημαντικές παραμέτρους:

το κλίμα που δημιουργούν στην προπόνηση, την αφοσίωσή τους στη δουλειά και τη δική τους ψυχολογική ευεξία.

Τι σημαίνει «θετικό προπονητικό κλίμα»;

Ένα από τα βασικά στοιχεία της έρευνας είναι η διάκριση ανάμεσα σε ένα ενδυναμωτικό (empowering) και ένα αποδυναμωτικό (disempowering) προπονητικό περιβάλλον.

Στην πρώτη περίπτωση, ο προπονητής δίνει έμφαση στην προσωπική βελτίωση και την προσπάθεια, προσφέρει στον αθλητή επιλογές και έναν βαθμό αυτονομίας, ενισχύει τη συνεργασία και τον αντιμετωπίζει ως άνθρωπο και όχι μόνο ως παίκτη.

Στη δεύτερη περίπτωση, κυριαρχούν περισσότερο η σύγκριση με τους άλλους και το αποτέλεσμα. Μπορεί επίσης να εμφανίζονται ελεγκτικές συμπεριφορές, όπως οι φωνές, η τιμωρία των λαθών, τα ακατάλληλα σχόλια ή η διαφορετική αντιμετώπιση των παικτών ανάλογα με την αγωνιστική τους ικανότητα.

Η διαφορά έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς προηγούμενες μελέτες που παρουσιάζουν οι συγγραφείς έχουν συνδέσει ένα ενδυναμωτικό προπονητικό κλίμα με θετικές παραμέτρους για τους αθλητές, όπως μεγαλύτερη απόλαυση, αυτοεκτίμηση, αυτόνομο κίνητρο και διάθεση συνέχισης της αθλητικής συμμετοχής. Αντίθετα, ένα αποδυναμωτικό περιβάλλον έχει συσχετιστεί με άγχος, θυμό, burnout και πρόθεση εγκατάλειψης του αθλητισμού.

Οι τρεις ψυχολογικές ανάγκες ενός προπονητή

Η μελέτη βασίστηκε, μεταξύ άλλων, στη Θεωρία Αυτοπροσδιορισμού (Self-Determination Theory), σύμφωνα με την οποία σημαντικό ρόλο στην παρακίνηση και την ευεξία παίζει η ικανοποίηση τριών βασικών ψυχολογικών αναγκών:

Αυτονομία: να αισθάνεται κάποιος ότι έχει επιλογές και μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις.

Ικανότητα: να αισθάνεται αποτελεσματικός και ικανός σε αυτό που κάνει.

Σύνδεση με τους άλλους: να αισθάνεται ότι ανήκει κάπου και έχει ουσιαστικές σχέσεις με τους ανθρώπους γύρω του.

Και εδώ εμφανίζεται ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της έρευνας.

Η αυτονομία φαίνεται να κάνει τη διαφορά

Όταν οι ερευνητές εξέτασαν ταυτόχρονα τους διαφορετικούς παράγοντες, η ικανοποίηση της ανάγκης για αυτονομία ήταν ένας από τους παράγοντες που προέβλεπαν στατιστικά σημαντικά τη δημιουργία ενός περισσότερο ενδυναμωτικού προπονητικού κλίματος.

Με απλούστερα λόγια, οι προπονητές που αισθάνονταν ότι έχουν μεγαλύτερη ελευθερία επιλογών και αποφάσεων μέσα στην προπονητική τους καθημερινότητα έτειναν να δημιουργούν και ένα πιο θετικό περιβάλλον για τους αθλητές τους.

Η αυτονομία αναδείχθηκε επίσης σε σημαντικό προγνωστικό παράγοντα της υποκειμενικής ζωτικότητας των προπονητών, δηλαδή του βαθμού στον οποίο αισθάνονταν ζωντάνια και ενέργεια στην καθημερινότητά τους.

Να γίνομαι καλύτερος ή να βοηθώ και τους άλλους να γίνουν καλύτεροι;

Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον κομμάτι της μελέτης αφορά τους στόχους επίτευξης.

Οι ερευνητές εξέτασαν τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις: τη βελτίωση του ίδιου του ατόμου, την υπεροχή έναντι των άλλων και την αυτοϋπέρβαση (self-transcendence) .

Η τελευταία έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον για την προπονητική.

Ο στόχος δεν είναι απλώς:

«Θέλω να γίνω καλύτερος».

Ούτε μόνο:

«Θέλω να είμαι καλύτερος από τους άλλους».

Αλλά:

«Θέλω να βοηθήσω και τους άλλους να γίνουν καλύτεροι».

Και ακριβώς αυτός ο στόχος αυτοϋπέρβασης ήταν ένα από τα πιο σταθερά ευρήματα της μελέτης.

Στις αναλύσεις των ερευνητών, συνδέθηκε ως σημαντικός προγνωστικός παράγοντας και με το ενδυναμωτικό προπονητικό κλίμα, και με την εργασιακή αφοσίωση, και με την υποκειμενική ζωτικότητα των προπονητών.

Όταν ο προπονητής αγαπά πραγματικά αυτό που κάνει

Σημαντικός ήταν και ο ρόλος του εσωτερικού κινήτρου.

Πρόκειται ουσιαστικά για την περίπτωση στην οποία κάποιος ασχολείται με κάτι επειδή το απολαμβάνει και αντλεί ικανοποίηση από την ίδια τη δραστηριότητα, όχι απλώς επειδή περιμένει μια εξωτερική ανταμοιβή.

Στην έρευνα, το εσωτερικό κίνητρο ήταν ένας από τους δύο παράγοντες, μαζί με τον στόχο αυτοϋπέρβασης, που προέβλεπαν στατιστικά σημαντικά την εργασιακή αφοσίωση των προπονητών .

Η εργασιακή αφοσίωση εξετάστηκε μέσα από στοιχεία όπως η ενεργητικότητα, η αφοσίωση και η απορρόφηση από την προπονητική εργασία.

Με άλλα λόγια, ένας προπονητής που βρίσκει πραγματική ευχαρίστηση σε αυτό που κάνει και παράλληλα ενδιαφέρεται για την εξέλιξη των άλλων φαίνεται πιθανότερο να παραμένει περισσότερο ενεργός και αφοσιωμένος στη δουλειά του.

Και τι συμβαίνει όταν χάνεται το κίνητρο;

Στην αντίθετη πλευρά βρίσκεται η έλλειψη παρακίνησης (amotivation) : η κατάσταση στην οποία κάποιος δεν βλέπει πλέον ξεκάθαρο λόγο ή νόημα σε αυτό που κάνει.

Η έρευνα βρήκε θετική συσχέτιση ανάμεσα στην έλλειψη παρακίνησης και το αποδυναμωτικό προπονητικό κλίμα.

Χρειάζεται, ωστόσο, μια σημαντική επιστημονική διευκρίνιση: όταν εξετάστηκαν ταυτόχρονα όλοι οι παράγοντες στο μοντέλο πολλαπλής παλινδρόμησης, κανένας από αυτούς δεν αναδείχθηκε σε σαφή στατιστικά σημαντικό προγνωστικό παράγοντα του αποδυναμωτικού κλίματος .

Επομένως, τα αποτελέσματα δείχνουν μια σχέση μεταξύ έλλειψης κινήτρου και αρνητικότερου προπονητικού περιβάλλοντος, αλλά δεν επιτρέπουν το απλοϊκό συμπέρασμα ότι «η έλλειψη κινήτρου προκαλεί κακή προπονητική συμπεριφορά».

Τι σημαίνουν όλα αυτά για το τένις;

Τα ευρήματα μεταφέρουν τη συζήτηση για την ποιότητα της προπονητικής πέρα από τις τεχνικές γνώσεις.

Η εκπαίδευση ενός καλού προπονητή δεν αφορά μόνο το πώς θα διδάξει αποτελεσματικότερα ένα σερβίς ή πώς θα οργανώσει μια προπονητική μονάδα.

Αφορά επίσης το περιβάλλον μέσα στο οποίο εργάζεται ο ίδιος , τα κίνητρά του, το κατά πόσο αισθάνεται ότι έχει αυτονομία και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την επιτυχία.

Οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα ευρήματα μπορούν να αξιοποιηθούν στον σχεδιασμό εκπαιδευτικών προγραμμάτων για προπονητές, με έμφαση μεταξύ άλλων στην αυτονομία, την προσωπική βελτίωση, τη δέσμευση, τη συνεργασία και την τακτική ανατροφοδότηση.

Τι δεν μας λέει η έρευνα

Εδώ χρειάζεται μια απαραίτητη υποσημείωση.

Η μελέτη ήταν διατομεακή (cross-sectional). Τα δεδομένα συγκεντρώθηκαν μέσω ερωτηματολογίων σε μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο και επομένως δεν μπορούν να αποδείξουν σχέσεις αιτίας και αποτελέσματος.

Δεν μπορούμε, για παράδειγμα, να πούμε ότι η μεγαλύτερη αυτονομία προκαλεί από μόνη της καλύτερη προπονητική συμπεριφορά. Μπορούμε να πούμε ότι στη συγκεκριμένη μελέτη οι δύο παράγοντες συνδέθηκαν και ότι η αυτονομία αποτέλεσε σημαντικό προγνωστικό παράγοντα στο στατιστικό μοντέλο.

Επιπλέον, το δείγμα περιλάμβανε 106 προπονητές και παρουσίαζε σημαντικές διαφορές ως προς την ηλικία, το φύλο και την προπονητική εμπειρία. Οι συγγραφείς σημειώνουν επίσης ότι δεν έγινε ανάλυση ανάλογα με το επίπεδο πιστοποίησης ή εξειδικευμένης εκπαίδευσης των προπονητών.

Ο προπονητής πίσω από τον αθλητή

Ίσως τελικά ένα από τα πιο ενδιαφέροντα μηνύματα της συγκεκριμένης έρευνας είναι ότι, πριν εξετάσουμε το πώς ένας προπονητής παρακινεί τον αθλητή του, αξίζει να εξετάσουμε τι παρακινεί τον ίδιο τον προπονητή.

Γιατί πίσω από τις οδηγίες, τις διορθώσεις, τα καλάθια με τις μπάλες και τις ατελείωτες ώρες στο court υπάρχει και ένας εργαζόμενος που χρειάζεται να αισθάνεται ικανός, αυτόνομος, συνδεδεμένος με τους άλλους και να βρίσκει νόημα σε αυτό που κάνει.

Και σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ελληνικής μελέτης, όταν το κίνητρο δεν περιορίζεται στην προσωπική επιτυχία αλλά επεκτείνεται στην επιθυμία να βοηθήσεις και τους άλλους να γίνουν καλύτεροι, φαίνεται να συνδέεται με ένα θετικότερο προπονητικό περιβάλλον, μεγαλύτερη εργασιακή αφοσίωση και καλύτερη προσωπική ευεξία.

Στο τένις, άλλωστε, ο προπονητής μπορεί να βρίσκεται έξω από τις γραμμές όταν αρχίσει ο αγώνας. Η επιρροή του, όμως, έχει ήδη περάσει μέσα σε αυτές.

Tennis shots