tennisnews.gr - Το Τένις στην Ελλάδα | Τσιτσιπας - Σακκαρη

Διαφήμιση
Διαφήμιση
 

Μπγιορν Μποργκ: Ο Ξυλοκόπος

E-mail Εκτύπωση

Ψύχραιμος, μεθοδικός, πεισματάρης και με αυτοπειθαρχία, τσάκιζε και τα πιο γερά νεύρα, αλλά κατάφερε να παραμείνει στην κορυφή επί πέντε συνεχείς χρονιές! Αν, και πολλές φορές, η πρώτη θέση στην παγκόσμια κατάταξη είναι απλώς θέμα συγκυριών, για τον Μπγιορν Μποργκ ο τίτλος του «βασιλιά του τένις» δεν κατακτήθηκε μόνο με την εύνοια της θεάς Τύχης. Η ­ επί καθημερινής βάσεως ­ σκληρή προπόνηση, η υπακοή στο εξαντλητικό πρόγραμμα του προπονητή του, Lennart Bergelin, αλλά και η ακατανίκητη επιθυμία για πραγματικούς θριάμβους, αποτέλεσαν για τον σουηδό τενίστα τα καλύτερα θεμέλια, ώστε να πατήσει επάνω τους και να σαρώσει τα κύπελλα και τα βραβεία. Και επειδή, εκτός από τους διαιτητές και τους κριτές, ο κόσμος τον λάτρεψε, το σχετικά σύντομο πέρασμά του από τα μεγαλύτερα γήπεδα του τένις λειτούργησε αντιστρόφως ανάλογα της μνήμης: όλοι πιστεύουν πως ο Μπγιορν Μποργκ είναι ακόμη το φαβορί...


Μολονότι ο Μποργκ πρωτοεμφανίσθηκε στις σημαντικότερες διοργανώσεις από το 1974, η εποχή των μεγάλων επιτυχιών του δεν είχε έλθει ακόμη. Χρειάσθηκαν περίπου δύο χρόνια, επιπλέον εξουθενωτικής άσκησης, στις φαλτσαριστές βολές και το δυνατό σερβίς, για να μπορέσει ο δεκαεπτάχρονος τότε Μποργκ να αποκτήσει την τέλεια φόρμα. Οταν, όμως, το 1976, καταφέρνει δεύτερη φορά να μπει στην τελική τετράδα του Ουίμπλεντον, το έπαθλο του νικητή γίνεται η εμμονή του. Ηθικός αυτουργός των συναισθημάτων του είναι, βεβαίως, και ο κόσμος, ο οποίος έχει αρχίσει να παθιάζεται με «την ξανθιά οβίδα του τένις» που ακούει στο όνομα Μποργκ. Γι' αυτό και ο ίδιος ο Μποργκ φροντίζει να μην απογοητεύσει τους φανατικούς οπαδούς του: στον τελικό, θα συντρίψει τον «απειθάρχητο» (κατ' άλλους και «μεθύστακα») Ilie Nastase, και θα σηκώσει ψηλά το βαρύτιμο έπαθλο της διοργάνωσης.

Η επιτυχία αυτή ήταν αρκετή, ώστε το θρυλικό Ουίμπλεντον να βρει το σημείο αναφοράς του. Δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι ο εκκολαπτόμενος αστέρας από την παγωμένη Σουηδία παρουσίαζε εντυπωσιακές αλλαγές στην «εικόνα» του. Με τις αποφασιστικές και επιδέξιες μπαλιές του, ο Μποργκ ξεσήκωνε τα πλήθη που τον παρακολουθούσαν και εγκαινίαζε μια νέα εποχή στην ιστορία του τένις. Πρώτο μέλημά του (δικό του, ή του προσωπικού του στυλίστα, δεν έχει σημασία...) ήταν να αλλάξει την εφηβική όψη και να μετατρέψει τα «κουσούρια» σε πλεονεκτήματα. Τα αλλήθωρα μάτια του, η καμπουριαστή πλάτη και ο «στυφός» χαρακτήρας του έπρεπε ­ πάση θυσία! ­ να καλυφθούν. Και η λύση βρέθηκε γρήγορα: επειδή δεν ήταν εύκολο να αλλάξει ριζικά ο Μποργκ, θα άλλαζαν οι θαυμαστές του! Ετσι, ακολουθώντας μια διαφορετική εκδοχή του μύθου, ο οποίος θέλει το ασχημόπαπο να γίνεται κύκνος, ο φιλόδοξος σουηδός τενίστας κατόρθωσε, τελικά, να γίνει το αντικείμενο του πόθου πολλών κοριτσιών και του θαυμασμού των υπολοίπων.


Ωστόσο, εντυπωσιακό ήταν και το πέρασμα στη «νέα εποχή του Ουίμπλεντον». Η αλήθεια είναι ότι γι' αυτή την αλλαγή δεν ήταν μόνο ο Μποργκ υπεύθυνος. Ο μεγάλος αντίπαλός του, με τον διαμετρικά αντίθετο χαρακτήρα, Τζον Μάκενρο, συνέβαλε επίσης καθοριστικά. Ετσι, μολονότι και, πριν από τους δύο αυτούς τενίστες, αρκετοί άλλοι αθλητές ολκής (Τζιμ Κόνορς, Κεν Ρόζγουολ, Αρθουρ Ας, Ιλιε Ναστάζε, Ρόσκο Τάνερ κ.ά.) εντυπωσίασαν τους θεατές του εν λόγω γηπέδου με το αποφασιστικό τους παίξιμο, εν τούτοις το αριστοκρατικό Ουίμπλεντον παρέμενε πεισματικά το γήπεδο «με τις φράουλες και τη σαντιγύ». Με την «έφοδο» του Μποργκ και του Μάκενρο, τα ως τότε δεδομένα θα αλλάξουν και, μολονότι οι θεατές δεν αποποιήθηκαν την αριστοκρατική τους προέλευση, θα αρχίσουν σταδιακά να εκφράζονται... λαϊκά! Αλλωστε, σε μια ατμόσφαιρα πραγματικού ριγκ δεν θα μπορούσε να τηρούνται ούτε πρωτόκολλα ούτε και τυπικότητες ­ αν και οι ακραίες εκδηλώσεις δεν είναι το «φόρτε» τέτοιων διοργανώσεων...


Τις επόμενες δύο χρονιές (1977-78), ο Μπγιορν Μποργκ θα καταφέρει να συντρίψει τον Κόνορς, διαψεύδοντας τον καταξιωμένο δημοσιογράφο του BBC, Νταν Μάσκελ, ο οποίος είχε προβλέψει το 1974 ότι ο Κόνορς θα κυριαρχούσε στα γήπεδα, την επόμενη δεκαετία. Το επιθετικό παίξιμο του Κόνορς και το δυνατό σερβίς δεν κατάφεραν να πτοήσουν τον Μποργκ. Εκστασιασμένος από τη διπλή νίκη επί του Κόνορς, ο σουηδός «καταπέλτης» (έτσι, τον αποκάλεσε ένας αθλητικός σχολιαστής, μετά τον αγώνα του το 1978), θα παθιασθεί με το έπαθλο του νικητή και θα προσπαθήσει να το αποκτήσει και πάλι.

Στον τελικό του 1979, ο Ρόσκο Τάνερ δεν θα μπορέσει να αποκρούσει τα φαλτσαριστά κτυπήματα του Μποργκ, και όλες οι προσπάθειές του θα αποβούν μάταιες. Δεν ήταν καθόλου εύκολο, με την τεχνική που δέθετε ο Μποργκ, να προβλέψει κανείς πότε το μπαλάκι θα έκανε γκελ ή πότε το σερβίς θα έβρισκε ακριβώς τη γωνία. Οσο και αν ο Τάνερ πάλεψε, στο τέλος εξουθενωμένος παραδέχθηκε ότι η νίκη του Σουηδού ήταν απολύτως δίκαιη. Από την άλλη, ο Μποργκ θα υψώσει μια ακόμη φορά το κύπελλο, και ικανοποιημένος θα προβεί σε μεγαλόστομες δηλώσεις: «Οταν νίκησα τον Κόνορς, ο τίτλος του πρώτου μού ανήκε δικαιωματικά. Ο αγώνας με τον Τάνερ, όμως, υπό αντίξοες συνθήκες (εκείνη τη χρονιά, η βροχή που έπεφτε στο Ουίμπλεντον προκαλούσε και τα πιο γερά νεύρα), με καταξίωσε στη συνείδηση των θεατών, ως τον μεγαλύτερο τενίστα των εποχών».


Η προετοιμασία για την επόμενη χρονιά ήταν ιδιαίτερα σκληρή. Εχοντας σερί τεσσάρων συνεχών νικών, ο Μποργκ θα έπρεπε να προσπαθήσει περισσότερο από όλους για να κρατηθεί στην κορυφή. Οχι ότι δεν είχε το απαραίτητο υπόβαθρο· απλώς, ευρισκόμενος στην πρώτη θέση της παγκόσμιας κατάταξης, θα μπορούσε πολύ εύκολα να επαναπαυθεί στις δάφνες του. Αντί, όμως, γι' αυτό, προτίμησε να ακολουθήσει μια ακόμη φορά το σκληρό πρόγραμμα που είχε καταρτίσει ο προπονητής του, Lennart Bergelin. Και ο μεγάλος αντίπαλος δεν θα αργήσει να έλθει...

Ο Τζον Μάκενρο δεν ήταν αυτός που θα χαρακτηριζόταν ως «ο πιο πράος παίκτης»! Ενστικτώδης, με υπέρτατο πάθος και κυκλοθυμικές τάσεις, αποτελούσε «πονοκέφαλο» για τους διαιτητές και τους κριτές, καθώς οι ύβρεις που εξακόντιζε, είχαν αυτούς ως στόχο. Ο «Τζίμπο» ή, σύμφωνα με άλλους, «το κακομαθημένο κωλόπαιδο», εκτός από ιδιόμορφος χαρακτήρας, όμως, υπήρξε και «αθληταράς». Γι' αυτό, όταν το 1980 θα συναντηθεί με τον Μποργκ, ο αγώνας θα είναι συγκλονιστικός.


Τρεις ώρες και 53 λεπτά εντυπωσιακών επιδείξεων και από τις δύο πλευρές, διήρκεσε ο εν λόγω αγώνας, ο οποίος θα μείνει στην ιστορία ως «ο μεγαλύτερης διάρκειας αγώνας όλων των εποχών»! Ο Μποργκ θα επιδείξει υψηλό αγωνιστικό κύρος, αλλά ο Μάκενρο, αψηφώντας τα γιουχαϊσματα των θεατών, θα επιβεβαιώσει τη φήμη που τον ακολουθεί: εκείνη του «κακού παιδιού». Και επειδή ο συγκεκριμένος αγώνας απαιτούσε, πρωτίστως, γερά νεύρα, νικητής ανεδείχθη ο ψύχραιμος Μποργκ.


«Κουράστηκα πολύ», θα ομολογήσει αργότερα ο Μάκενρο. «Το παιχνίδι εξελίχθηκε περισσότερο σε έναν αγώνα επιθυμίας και φυσικής κατάστασης, παρά σε πρόκληση για τον καλύτερο παίκτη. Και εμένα δεν με ερέθιζε αυτή η πρόκληση». Από την άλλη, ο Σουηδός θα δηλώσει: «Μερικές φορές, νομίζω ότι είμαι Σούπερμαν! Δεν αστόχησα ούτε σε μια βολή ­ άλλωστε, πώς θα μπορούσα...». Και επειδή ο Μάκενρο δεν είχε σκοπό «να του την χαρίσει», θα αντιγυρίσει: «Κανένας δεν μπορεί να νικάει πάντα. Κάποτε, θα έρθει η στιγμή που θα χάσει και ο Μποργκ, και σκοπεύω να είμαι εκεί!».



Την επόμενη χρονιά, επιβεβαιώθηκε η προφητεία του Μάκενρο, γιατί ο Μποργκ δεν κατάφερε να σημειώσει και έκτη συνεχή νίκη. Στις 15 Ιανουαρίου 1981, το κατάμεστο Ουίμπλεντον θα διχασθεί: από τη μια, θέλει να πάρει τη νίκη ο σουηδός «άσος», αλλά, από την άλλη, το καταπληκτικό παιχνίδι του Αμερικανού δεν αφήνει περιθώρια για προγνωστικά. Μολονότι, βέβαια, ο Μάκενρο ακολούθησε την ίδια «τακτική» και συμπεριφορά (σε μια έκρηξή του, αποκάλεσε τον διαιτητή «βόθρο της Γης»!), οι θεατές θα τον εμψυχώσουν, όπως έκαναν και με τον Μποργκ. Και επειδή «ο νικητής τα παίρνει όλα», ο Μάκενρο θα θριαμβεύσει, παίρνοντας όχι μόνο τη νίκη αλλά και το τρόπαιο, και, φυσικά, θα καταφέρει να «σπάσει» το σερί του Μποργκ. Και οι θεατές θα φύγουν από το γήπεδο με ανάμεικτα συναισθήματα: «Ηθελα να κερδίσει ο Μποργκ», θα πει ένας από τους θεατές, «αλλά δεν είναι και δίκαιο να κερδίζεις τον καλύτερο. Ο Μάκενρο ήταν, όντως, ο καλύτερος ­ όσο και αν σε πολλούς δεν αρέσει να το παραδέχονται».

Μετά την ήττα αυτή, ο Μποργκ θα επιχειρήσει να ξανασυναντηθεί με τον Μάκενρο. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους (1981), η ευκαιρία δίνεται με «U. S. Open» ­ ένα από τα τέσσερα ετήσια τουρνουά. Και εκεί, όμως, θα χάσει, οπότε θα αναγκασθεί να παραδεχθεί ότι ο Αμερικανός ήταν ­ σε εκείνη τη φάση, τουλάχιστον­ καλύτερός του. «Απογοητεύθηκα τόσο πολύ», θα ομολογήσει τότε ο Μποργκ, «που νόμισα πως είχε έλθει το τέλος». Και επειδή ο εγωισμός του είχε πληγωθεί βαθύτατα, θα πάρει τη μεγάλη απόφαση: «Εγκαταλείπω τα πάντα»!

Την ώρα της μεγάλης απόφασης ήταν μόνο 26 ετών, και με αρκετές περγαμηνές για μια λαμπρή πορεία. Αναλογιζόμενος, όμως, ότι μπορεί να υπάρξουν, μπορεί όμως και όχι, περισσότερες επιτυχίες στο μέλλον, προτίμησε να αποσυρθεί και να επενδύσει τα κέρδη του. Μπορεί η απόφασή του να ενόχλησε τους πάντες (ακόμη και ο Μάκενρο δήλωσε: «Οταν το έμαθα, βγήκα από τα ρούχα μου. Προσπάθησα να τον ταρακουνήσω, να τον κάνω να σκεφθεί θετικά, αλλά αυτός ήταν αποφασισμένος. Ειλικρινά, λυπήθηκα πολύ, γιατί ήταν μεγάλος τενίστας»), αλλά η απόφαση ήταν οριστική. Το μόνο που φαινόταν να ικανοποιεί τον Μποργκ ήταν η εταιρεία ρούχων με την υπογραφή του, και τίποτε άλλο.

Αυτό, βέβαια, ήταν μόνο ό,τι φαινόταν. Γιατί υπήρχαν στιγμές στην ιδιωτική ζωή του Μποργκ που έδειχναν να... κεντρίζουν το ενδιαφέρον του πολύ περισσότερο. Οι φήμες (για πολλούς, όχι μόνο φήμες, αλλά και « πραγματικότητα») ότι είχε τρελό πάθος με την κοκαΐνη, τα όργια και τους οίκους ανοχής θα τον συνοδεύουν. Οι γάμοι του θα παραπαίουν ανάμεσα στα παραισθησιογόνα και τις σεξουαλικές διαστροφές, ενώ, ταυτόχρονα, οι απόπειρες αυτοκτονίας των γυναικών που σχετίζονταν μαζί του ακολουθούσαν η μία μετά την άλλη.

Ο ίδιος θα τηρήσει σιγή για όλα αυτά, αλλά θα παραδεχθεί το πάθος του για τις εκρηκτικές γυναίκες: «Μου αρέσουν οι εντυπωσιακές γυναίκες, αλλά ως εκεί. Τώρα, αν με κατηγορούν, επειδή συμμετέχω κατά καιρούς ως κριτής σε διαγωνισμούς ομορφιάς, αυτό είναι δικό τους πρόβλημα». Πίσω, όμως, από τις δηλώσεις αυτές, οι φήμες για μια ταραχώδη ζωή ολοένα και πληθαίνουν.

Σήμερα, τα πράγματα είναι πιο «ήρεμα» για τον Μποργκ, καθώς η επιχείρηση και η προσωπική του ζωή ακολουθούν σταθερή πορεία. Η εταιρεία του ανταγωνίζεται ακόμη και επιχειρήσεις μεγάλου εύρους («Lacoste», «Fred Perry» κ.ά.), ενώ η ιδιωτική ζωή του θα κεντρίζεται από την «περίφημη» σουηδική ειρωνεία των διαφημίσεων, τις οποίες επιλέγει για την επιχείρησή του: προκλητική και διφορούμενη, αλλά πάντοτε διαπνεόμενη από αισιοδοξία για το μέλλον. Αλλωστε, οι αστέρες δικαιούνται λίγο περισσότερο... αλάτι και πιπέρι της ζωής!

 

Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
latest-atp-videos

10 Ιουνίου 2019
S
D
(1) Αλλαγή εβδομάδας πάνω 6 73 Στέφανος Τσιτσιπάς

Διαφήμιση

Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση